Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Αλήθειες που καίνε

Ένα μικρό σχόλιο στο κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη που δημοσιεύτηκε σήμερα στο εβδομαδιαίο free press LIFO,το οποίον αναδημοσιεύω αυτούσιο.
Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε μαζική αντίσταση κατά της στρατιωτικής κυβέρνησης (franchise της Ατλαντικής Συμμαχίας).
Εκτός κι αν θεωρείται αντίσταση το σύνθημα: "Δώστε την χούντα στον Λαό" που κραύγαζε το συγκεντρωμένο πλήθος στην Πλατεία Συντάγματος, (τι τραυματικές εμπειρίες έχει κι αυτή η Πλατεία) αφού είχε παυθεί από τα αφεντικά της.
Ή ακόμη-ακόμη, το καρδιοχτύπι και οι αναστεναγμοί του πόπολου στα γήπεδα καθώς και ο ιδρώτας του στις νυχτερινές "γιάφκες" με τα καψουροτράγουδα.
Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση από κάποιους ανθρώπους, που δεν "μοίρασαν φέϊγ βολάν" με τους αγώνες τους και το κυριότερο δεν τους εξαργύρωσαν στο χρηματιστήριο της πολιτικής.
Γι αυτό το λόγο οι "δεκάρικοι λόγοι" για την επέτειο ανθρώπων με υποθηκευμένες συνειδήσεις είναι τόσο αηδιαστικοί όσο και οι ίδιοι.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας.

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης γράφει χωρίς περιστροφές για το πολυτεχνείο, τη γενιά του και την αντίσταση κατά της χούντας

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Γιώργο, έναν καλοκάγαθο αστυφύλακα μιας κάποιας ηλικίας που έπαιρνε σύνταξη σε λίγο. Απʼ αυτόν μαθαίναμε στο κρατητήριο, όπου οι εφημερίδες απαγορεύονταν αυστηρά, τα σημαντικά διεθνή γεγονότα. Αυτός ήταν που μας πληροφόρησε για το θάνατο του Γκεβάρα, για τον οποίο, άλλωστε, με δυσκολία έκρυβε το θαυμασμό του. Φυσικά, όλα αυτά μας ταʼλεγε εμπιστευτικά, σχεδόν συνωμοτικά.
Ωστόσο, δεν έκανε ποτέ κουβέντα για τη χούντα και τα σχετικά με τον πάνω κόσμο, των ζώντων ελλήνων. Αυτών που ακόμα δεν ήξεραν τίποτα για τη μεγάλη ευκαιρία που θα τους προσέφερε το Πολυτεχνείο αργότερα, ώστε να νοιώσουν κι αυτοί λιγάκι αντιφασίστες, χαμένοι μέσα στη μεγάλη μάζα των δημοκρατών που πολιορκούσαν το Πολυτεχνείο.
Το μεγάλο πλήθος παρέχει ασφάλεια. Όσους κι αν συλλάβουν, όσους κι αν σκοτώσουν, ξέρεις πως οι πιθανότητες να σου συμβεί κακό είναι περίπου ίσες με τις πιθανότητες να κερδίσεις τον πρώτο λαχνό του λαχείου. Ρισκάρεις λοιπόν, σχεδόν εκ του ασφαλούς κι έτσι ανέξοδα αποχτάς το δικαίωμα να παριστάνεις τον αντιστασιακό. Πού ήταν όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι όταν τους είχαμε ανάγκη; Μα, περίμεναν να ξεθυμάνει η χολέρα που λέγεται χούντα για να βγουν από το καβούκι, αυτοί οι καλοί νοικοκυραίοι.
Ο λαός της Αθήνας έβλεπε την χούντα να καταρρέει από τα ίδια της τα ανομήματα και μπήκε στον εύκολο αγώνα, έτσι για την τιμή των όπλων, που λέμε, και ίσα-ίσα για να λέμε πως την χούντα την έριξε ο λαός, τη στιγμή που και οι κότες ξέρουν εκείνο που καμώνονται πως δεν ξέρουν τα μουλάρια, ότι δηλαδή η χούντα έπεσε γιατί σάπισε. Γιατί, λοιπόν, σκοτώνονται να μαζέψουν τα σάπια φρούτα που κάθε χρόνο πέφτουν κάτω από το δέντρο του Πολυτεχνείου οι όψιμοι αντιστασιακοί; Και, βέβαια, δεν αναφέρομαι εδώ στους έτσι κι αλλιώς ζωηρούς έφηβους που, με κάθε ευκαιρία, το παίζουν επαναστάτες...ή περίπου.
Βρισκόμουν από την πρώτη μέρα της δικτατορίας στον προθάλαμο της κόλασης και ήδη είχα αρχίσει να εξοικειώνομαι σιγά-σιγά με την ιδέα ενός θανάτου διά τυφεκισμού. Εκείνους τους πρώτους μήνες της αναγέννησης του φοίνικα από τις παλιές του στάχτες, που ξέμειναν από άλλους καιρούς, κανείς δεν ήξερε πως θα εξελιχτούν τα πράγματα.
Οι αντιστασιακοί σε ένα χρόνο, όταν θα γίνει φανερό πως η χούντα είναι της πλάκας, θα πληθύνουν πολύ. Εύκολα αντιστέκεται κανείς όταν ξέρει πως τουλάχιστον η ζωή του δεν κινδυνεύει. Όμως, εμείς είχαμε αρχίσει την αντίσταση κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα, χωρίς να νοιαστούμε και πολύ για τις συνέπειες της στράτευσής μας. Δεν ήμασταν μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» που πάρα πολύ όψιμα αποφάσισαν να αντισταθούν κι αυτοί στη χούντα, κυρίως δια συνεδριάσεων.
Ήμασταν νέοι κομμουνιστές, που μπορεί να μην είχαμε ακόμα ιδιαίτερα αναπτυγμένη την πολιτική μας συνείδηση, πάντως συνείδηση του κινδύνου είχαμε. Το γεγονός πως τα ιδανικά μας αργότερα θα στραπατσαριστούν κι εδώ στην Ελλάδα, όπως παντού, απʼτους χυδαίους γραφειοκράτες, δεν μειώνει την αξία της στράτευσής μας σε έναν αγώνα που όχι μόνο δεν γινόταν για τα προσωπικά μας συμφέροντα, αλλά τα έβλαπτε στα σίγουρα.
Είχα μπει στο αγώνα κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα της δικτατορίας. Αλλά στα μετά την πτώση της χούντας χρόνια δεν πήγα να γραφτώ στο σύλλογο των αντιστασιακών, για να μπορέσω να εξαργυρώσω σε κάποιο δημόσιο ταμείο τη μικρή, την ελάχιστη προσφορά μου στον αγώνα κατά της νέας παραλλαγής του παλιού φασισμού. Ούτε δέχτηκα να γραφτώ στην ΕΣΗΕΑ, το επαγγελματικό μου σωματείο, ως αντιστασιακός. Ούτε πήγα να εξαγοράσω τα εφτά χρόνια της δικτατορίας για να μου αναγνωριστούν ως συντάξιμα.
Κι όταν κάποτε απόχτησα τα από το καταστατικό της ΕΣΗΕΑ προβλεπόμενα τυπικά προσόντα και πήγα να γραφτώ στο επαγγελματικό μου σωματείο, με απέρριψαν ως στερούμενο… ουσιαστικών προσόντων. Πέντε χρόνια απέρριπταν συνεχώς την αίτησή μου. Φαίνεται πως ούτε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια κατάφερα να αποκτήσω ουσιαστικά προσόντα ως δημοσιογράφος. Και ξέρετε ποιοι αντέδρασαν περισσότερο στην εγγραφή μου; Αυτοί που γράφτηκαν ως αντιστασιακοί!
Για μένα, η πιο σημαντική πράξη ήταν το ότι μπόρεσα και αντιστάθηκα στον πειρασμό να εξαργυρώσω καθʼοιονδήποτε τρόπο τη στράτευσή μου στον αγώνα κατά της χούντας. Κι ακόμα, το ότι πέτυχα την εγγραφή μου στην ΕΣΗΕΑ με δικαστική απόφαση. Ήμουν ο πρώτος δημοσιογράφος που εγγραφόταν στο επαγγελματικό του σωματείο με δικαστική απόφαση. Και η νομολογία που δημιουργήθηκε άνοιξε το δρόμο για πολλούς συναδέλφους. Δεν έχει σημασία που έχασα εφτά συντάξιμα χρόνια. Κέρδισα την αξιοπρέπειά μου. Άλλωστε από αξιοπρέπεια μάλλον παρά για λόγους ιδεολογικούς στρατεύτηκα στον αγώνα κατά της χούντας.
Πάντα έλεγα πως, ναι μεν είμαι κομμουνιστής, αλλά ποτέ δεν ισχυρίστηκα πως από κομμουνιστής σκέτα είμαι επιπροσθέτως και καλός κομμουνιστής. Άλλωστε ένας ρεβιζιονιστής από πεποίθηση, όπως εγώ, ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει καλός κομμουνιστής. Εν πάση περιπτώσει, ήμουν και παραμένω ένας ελεύθερος σκοπευτής, που πάει με αυτούς που τον έχουν ανάγκη, και όχι με εκείνους που τους έχει ανάγκη για να τη βολέψει. Στρατεύτηκα με το κομμουνιστικό ΠΑΜ όχι γιατί με επιστράτευσε το κόμμα, αλλά γιατί έτσι έκρινα σκόπιμο.
Όπως και να΄ναι, το καλοκαίρι του 1968 είμαι ελεύθερος, ύστερα από δέκα μήνες φυλακή. Εντάξει, ήμουν ελεύθερος, αλλά τι να την κάνω την ελευθερία χωρίς δουλειά, χωρίς τους φίλους που είχαν σκορπίσει εδώ και κει στην Ευρώπη, στα νησιά και στις φυλακές; Το πρώτο που σκέφτηκα ύστερα από μια εβδομάδα ελεύθερου βίου ήταν να κάνω κάτι κατεπειγόντως ώστε να ξαναμπώ φυλακή, ή έστω εξορία. Το σκέφτηκα μεν σοβαρά, όμως ήταν αδύνατο να έχω επαφή με κάποια αντιστασιακή οργάνωση. Αφενός γιατί οι αντιστασιακές οργανώσεις είχαν ήδη μετακομίσει στο εξωτερικό για να κάνουν από κει τουριστική αντίσταση εκ του ασφαλούς, και αφετέρου διότι ήμουν ήδη σεσημασμένος, και οι συνωμοτικοί κανόνες λεν να μην πλησιάζεις τους σεσημασμένου
Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας.
Η αντίσταση ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, εκτός απʼτην ηρωική μεν αλλά δυστυχώς αποτυχημένη απόπειρα του Αλέξανδρου Παναγούλη να σκοτώσει το δικτάτορα. Όλες οι προσπάθειες για οργάνωση ένοπλης αντίστασης έμειναν σχέδια, ενώ οι βομβιστικές ενέργειες κάποιων ζωηρών και ριψοκίνδυνων γίνονταν ερήμην των μεγαλυτέρων σε αριθμό αντιστασιακών οργανώσεων, του ΠΑΜ και του ΠΑΚ. Ούτε το πεπειραμένο ΚΚΕ ενέκρινε την βίαιη εξέγερση, τώρα που και τα αστικά κόμματα θα την επιθυμούσαν πολύ. Τελικά το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση απʼτο εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το έπαιζε Πασιονάρια.
Ακούστε τώρα και τον Γιώργο Σεφέρη στο περίφημο κείμενο του κατά της χούντας , γραμμένο το Μάρτιο του 1969 . Του χρειάστηκαν δυο χρόνια για να αποφασίσει να μιλήσει , λίγο πριν πεθάνει .
« Είναι μια κατάσταση ( η χούντα) που όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές με πόνο και μόχθο πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στο έλος , μέσα στα τελματωμένα νερά. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου.."
Γιατί κύριε ; Είναι στάση πνευματικού ανθρώπου αυτή;
"Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα πολιτικό δεσμό και μπορώ να πω χωρίς φόβο και πάθος : Βλέπω μπροστά μου το γκρεμό που μας οδηγεί η καταπίεση.Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει . Είναι εθνική επιταγή..."
Σύμφωνοι , σεβαστέ μου , μεγάλε ποιητή.Όμως και οι δικτάτορες για εθνική επιταγή μιλούν . Ποιες από τις δυο εθνικές επιταγές είναι η σωστή ; Σας βεβαιώ καμία . Η δικτατορία δεν είναι λύση . Όμως ούτε η μεγαλόστομη αοριστολογία ενός σπουδαίου ποιητή που συνήθισε να κρύβεται πίσω απ` την αμφισημία της ποίησης είναι λύση .
Πάντως ο Σεφέρης μίλησε . Ο Ελύτης δε μίλησε. Πάρα πολλοί δε μίλησαν.
Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, γνωστός και ως «πίθηκος», ήταν πολύ άτυχος. Διορίστηκε πρωθυπουργός την 8η Οκτωβρίου 1973, και ενάμιση μήνα μετά την ορκωμοσία του, εκδηλώνεται η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ήρθε στην εξουσία υποτίθεται για να εκτονώσει την κατάσταση και να κατασιγάσει τα πάθη μετά την εξέγερση της Νομικής αλλά τα πάθη φούντωσαν εντελώς απροσδόκητα στο Πολυτεχνείο από την 14η Νοεμβρίου 1973 που αρχίζει η κατάληψη, μέχρι τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή της 17ης Νοεμβρίου, που τα τανκς θα σπάσουν την πόρτα και θα καταστείλουν την αυθόρμητη, αυτοκαθοδηγούμενη και ακαθοδήγητη από τα κόμματα φοιτητική εξέγερση.
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου ονομάστηκε έπος.
Τούτη η αυθόρμητη παθητική αντίσταση στη χούντα έχει μάλλον έναν λυρικό παρά έναν επικό χαρακτήρα. Και η επέλαση των τανκς κατά των νεαρών αόπλων έχει περισσότερη σχέση με γκραν κινιόλ μέσα στη νύχτα παρά με έπος.
Το «έπος» δημιούργησε εντελώς κατά λάθος μια «ηρωίδα», τη Μαρία Δαμανάκη,
της οποίας ο ηρωισμός συνίσταται στην εκφώνηση -από το ραδιόφωνο των φοιτητών- των συνθημάτων και των ανακοινώσεων της συντονιστικής επιτροπής.
Πάντως πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη Βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα, ξεκινάει από κει.
Δεν πήγα ποτέ στο Πολυτεχνείο, ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε τότε ούτε αργότερα. Δεν πήρα ποτέ μέρος στις προσκοπικές τελετές και τις ηλίθιες πορείες κατά την ημέρα της
«επετείου του Πολυτεχνείου» τούτο το μεγάλο συλλογικό άλλοθι για την ηθική ανεπάρκεια ενός ολόκληρου λαού.
Πρόκειται για ένα πολύ βολικό άλλοθι, που το οικειοποιήθηκαν όσοι νοιώθουν την ανάγκη να ξεπλύνουν την ντροπή για την απέραντη δειλία τους επί έξι ολόκληρα χρόνια.

Πηγές:

1. Βασίλη Ραφαηλίδη, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, σελ.397-401, 402,408-9,419-20,444.

2. Βασίλη Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους 1830-1974, σελ.419,436-7.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

" Κοντροσόλια στο Χάος "

Επιτέλους, ο εμπορικός, επιχειρηματικός, βιομηχανικός κόσμος και γενικώς οι χορηγοί της πολιτικής εξουσίας του τόπου απέκτησαν Πρωθυπουργό,
Ωσονούπω θα αποκτήσει και
κυβέρνηση ρεφενέ”!
B
άζω εγώ 5, βάλε εσύ 4, να βάλει και ο τρίτος 2, για το μεγάλο πάρτι του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της Ε.Ε.
Αϊντε , μωρή Μαντάμ Φουκαρώ (το πάλαι ποτέ Ψωροκώσταινα), πάλι σου΄φεξε!
Καινούργιο πεδίο δόξας λαμπρόν ανοίγεται μπροστά σου, αρκεί ο μισθωτός και ο συνταξιούχος να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων!


Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

"Η ψυχή μου εκεί πάνω στα ψηλά!"


Δύο ήσαν τα άτομα εκείνα που με έκαναν να αγαπήσω ιδιαίτερα την Ήπειρο.
Ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος με την σκληρή από κάθε άποψη «Αναπαράστασή» του και ο φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας με τις μαυρόασπρες φωτογραφίες του που απεικονίζουν μια Ελλάδα πέρα για πέρα αληθινή μαζί με τις χαρακτηριστικές προσωπογραφίες των τελευταίων αυθεντικών ανθρώπων της, ιδιαίτερα αυτές των Ηπειρωτισσών γυναικών.
Ο Κώστας Μπαλάφας έφυγε για το μακρινό ταξίδι. Η ευγνωμοσύνη της πατρίδας του και οι ευχές οι δικές μας θα τον συνοδεύουν σε αυτό το τελευταίο ταξίδι.
Ένα μεγάλο ευχαριστώ για την εικόνα της Ελλάδας και των ανθρώπων της που μας κληροδότησε, και την οποία θα κρατάμε πάντοτε ζωντανή μέσα στη μνήμη μας σαν πολύτιμο κειμήλιο.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΩΣΤΑ ΜΠΑΛΑΦΑ


Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2011

Αντάρτης μέχρι το τέλος

Του ΒΑΣΙΛΗ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑ

«Στη ζωή πρυτανεύει κυρίως ο πόνος. Ο άξονας της ζωής κινείται μεταξύ πόνου και ανίας. Ή θα πονάς ή θα ανιάς. Το να χασκογελάς δεν έχει νόημα. Το να δημιουργείς έχει νόημα». «Αγαπημένη είναι η φωτογραφία που δεν έκανα».

«Δεν πούλησα ποτέ φωτογραφίες. Το ψωμί μου το βγάζω με τη σύνταξη της ΔΕΗ. Αν τις πουλήσω είναι σαν να εκπορνεύω τα συναισθήματά μου». «Ο φωτογράφος που τυπώνει τη δουλειά του στο σκοτεινό θάλαμο είναι σαν το συνθέτη που εκτελεί ο ίδιος τη μουσική του».

Ασπρόμαυρο φιλμ

Ο Κώστας Μπαλάφας, ο τελευταίος των μεγάλων φωτογράφων, που εμφύσησαν το μεγαλείο στο ασπρόμαυρο φιλμ δημιουργώντας μνημειακές φωτογραφίες, δεν θα πιάσει ξανά τη φωτογραφική μηχανή. Πήρε ζωή από τη ζωντανή βιογραφία του και άφησε ένα κομματάκι για το θάνατο. Πέθανε σε ηλικία 91 χρόνων κι όλοι θα τον θυμούνται ως νέο, όμορφο, χαμογελαστό, μελαχρινό αντάρτη, με τη χλαίνη και το όπλο κρεμασμένο στον αριστερό ώμο να «κοιτάει» προς τα κάτω. Στη φωτογραφία αυτή, τα μαλλιά είναι λευκά από τις νιφάδες του χιονιού. Μια φωτογραφία μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Η κηδεία του θα γίνει σήμερα το απόγευμα στις 5.30 από το Νεκροταφείο Χαλανδρίου.

Ο Κώστας Μπαλάφας, όταν μιλούσε, όπως κι όταν φωτογράφιζε, πρώτα σκεπτόταν. Και σκεπτόταν πολύ μέχρι να νιώσει τη μουσική των λέξεων και τη μουσική του φωτός. Ο φακός του απαθανάτιζε, με όρους αιωνιότητας, τη στιγμή που οριοθετείται με τον ελάχιστο χρόνο ενός κλικ της φωτογραφικής μηχανής. Κοίταξε κατά μέτωπο την ελληνική φύση και τον Ελληνα εργαζόμενο, αυτόν που βγαίνει κατευθείαν από το καυτό και μαύρο ανθρακωρυχείο της καθημερινής επιβίωσης. Κι όταν ήρθε η μεγάλη ώρα της Αντίστασης εναντίον των Ιταλών και των Γερμανών κατακτητών, επέλεξε το μικρότερο βαθμό. Γιατί πρωτίστως ήταν ο μαχητής-τυφεκιοφόρος του 85ου Συντάγματος της 6ης Ταξιαρχίας του ΕΛΑΣ και δευτερευόντως ο καλλιτέχνης-φωτογράφος.

Ο βιογράφος του θα σταθεί μόνο στο ταλέντο του. Γιατί όλη η ζωή του δεν διέφερε σε τίποτα από τα μοντέλα του: ανώνυμοι εργατικοί του μόχθου, γυναίκες του θρήνου, παιδιά που παίζουν στις λάσπες με μια ηλιαχτίδα, αντάρτες με πολλή θέληση στο βλέμμα και περισσότερη αγάπη για ζωή. Ενα φτωχόπαιδο υπήρξε, γιος αγροτών από το ορεινό χωριό Κυψέλη της Αρτας. Το σύνθημα που ακούστηκε στ' αυτιά του όταν κατάλαβε τον κόσμο ήταν «Φύγε να σωθείς».

Και έφυγε. Μόλις έντεκα χρόνων, κατέβηκε στην Αθήνα, όπου δούλεψε στην ταβέρνα ενός συγχωριανού του, στην πλατεία Κουμουνδούρου. Μετά εργάστηκε στο γαλακτοπωλείο-ζαχαροπλαστείο «Δελφοί», που βρισκόταν κοντά στον Αγιο Λουκά της οδού Πατησίων. Ο εσωτερικός μετανάστης, το πρωί δούλευε και το βράδυ πήγαινε στο νυχτερινό σχολείο. Το 1936, σε ηλικία δεκαέξι ετών, επέστρεψε στην Ηπειρο, όπου σπούδασε δύο χρόνια στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων. Μετά την αποφοίτησή του, συνέχισε σπουδές γαλακτολογίας ενός χρόνου στην Ιταλία, όπου έμαθε ιταλικά. Ο πόλεμος και η Κατοχή θα τον βρουν υπάλληλο της Γαλακτοκομικής Σχολής.

Η πρώτη επαφή του με τη φωτογραφική μηχανή θα συμβεί σαν να ήταν γραμμένη στο κάρμα του. Συγγενείς από την Αμερική τού πρώτου εν Αθήναις αφεντικού του είχαν έρθει στην Αθήνα, με μια Μπράουν της Κόντακ. Στα Ιωάννινα, όμως, άρχισε να αποκτά συνείδηση του πάθους του: αγόρασε μια Τζούνιορ Κόντακ πουλώντας το ρολόι του, ενώ κατά τη διαμονή του στην Ιταλία την αντικατέστησε με μια Ρομπότ. Μ' αυτό τον τύπο μηχανής και με πολλά μέτρα αεροπορικού φιλμ, που ανακαλύφθηκαν στα συντρίμμια ενός ιταλικού αεροπλάνου -με αντίτιμο μερικές οκάδες καλαμποκάλευρο- απέκτησε το Ferrania Capelli, όπου αποτύπωσε τα φοβερά και τρομερά εγκλήματα των Ιταλογερμανών κατακτητών. Σε πολλές περιπτώσεις, με κίνδυνο της ζωής του. Σε μία από αυτές, κρατώντας μια σακούλα με κρεμμύδια, όπου είχε κρύψει τη φωτογραφική του μηχανή, τράβηξε τα κρεμασμένα πτώματα των πατριωτών Τόδουλου και Φαρίδη.

«Πρώτα στο μυαλό μου»

Από το 1945 ώς το 1951 εργάστηκε ως διερμηνέας σε μια βρετανική ομάδα μηχανικών, για να προσληφθεί αμέσως μετά στην αμερικανική εταιρεία Ebasco, η οποία ενσωματώθηκε στην τότε νεοϊδρυθείσα ΔΕΗ, ως προϊστάμενος του Τμήματος Ανατυπώσεων. Εκεί εργάστηκε ώς τη συνταξιοδότησή του. Η σύντροφος της ζωής του, η καθηγήτρια Ευαγγελία Μαργαρίτου, του χάρισε δύο παιδιά, τη Στέλλα και τον Γιώργο. «Δεν φωτογραφίζω γρήγορα. Πρώτα τις φτιάχνω στο μυαλό μου και μετά φωτογραφίζω. Δεν έχω γρήγορες αντιδράσεις».