Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

"Ίσως να 'ναι κι έτσι"*


Υπάρχει κι αυτή η συγγραφική πλευρά του Γιάννη Ρίτσου.

...Ωστόσο οι δύο φαντάροι (ασφαλώς αδειούχοι) καπνίζουν αράδα φτηνά τσιγάρα στο παγκάκι του πάρκου, πλάι στο άγαλμα του Παιδιού με το Ψάρι. Ίσως γι αυτό μυρίζουν κι οι δυο τους ψαρίλα ή βαρβατίλα απ' τις πολλές ονειρώξεις, και τώρα ακόμα βρίσκονται σε διέγερση, χωρίς να το λένε ούτε μεταξύ τους, και το ξέρουν κι οι δυο, κι αυτό τους κάνει να καυλώνουν πιότερο, κι ενώ κρατούν το τσιγάρο με το δεξί τους χέρι, με το άλλο το ζερβί τους, πιέζουν το πέος τους να το σπάσουν. Να πάρει η οργή, δεν ξεμυτίζει και καμία σκρόφα, να πάνε μαζί, ο ένας από μπρος, ο άλλος από πίσω, και να σκουντιούνται οι φαλλοί τους μεσ' απ' το σώμα της γυναίκας, - το 'χεις δοκιμάσει; - όχι: εσύ; - ούτε: το 'χω φανταστεί: φίνα θα 'ναι: έχω δει και κάτι φωτογραφίες: μ' αρέσανε: τις έχει ο Μιχάλης: ολάκερο πάκο: σ' τις έδειξε; - ναι: μ' αρέσανε και μένα: δεν κάνει να τις βλέπεις: μαραζώνεις: δεν είδες ο Μιχάλης; έχει λιώσει απ' τη μαλακία: τη βρίσκει μονάχος του: και να μου το θυμηθείς, θα 'ρθει η ώρα και δεν θα μπορεί να πάει με γυναίκα: α σιχτίρ με τούτο το παλούκι που μας φύτεψε ο θεός στα σκέλια μας: - τι λες μωρέ, μωρέ, το καμάρι μας, η λεβεντιά μας, το μεράκι μας: - πιο απ' το ψωμί κι απ' το κρασί κι απ΄το τσιγάρο. Ξεκουμπώνει ως κάτου το βρακί του, τη χουφτώνει, τη βγάζει τεντωμένη και σπαρταριστή. Το ίδιο κάνει κι ο άλλος, μη και φανεί δειλός, έτσι συντροφικάτα. Τις κοιτάζουν, καθένας τη δική του. Ύστερα ο ένας του αλλουνού. - Μεγάλη που την έχεις. - Αμ' η δικιά σου: κι είναι και πιο χοντρή: χωρίς καθόλου χαλινό: να: όπως κι η δικιά μου: τις παίζουμε; εσύ τη δικιά μου κι εγώ τη δική σου: θα 'ναι πιο μερακλίδικα. - 'Οχι: δε μου 'ρχεται: είναι αμαρτία: Τι αμαρτία; δεν την παίζεις ποτέ σου; Nαι, αλλά μοναχός, στα κρυφά. - Σαχλαμάρες. Τι μοναχός, τι μ' έναν άλλο; κι εμείς είμαστε φίλοι. Δε θα το πούμε πουθενά. Απλώνει πρώτος το χέρι του, του τη χουφτώνει. Ξεθαρρεύεται κι ο άλλος. Του την πιάνει κι αυτός. Δεν μιλάνε. Δεν κοιτιούνται. Κοιτάει ο ένας του αλλουνού. Λαχανιάζουν. Θέλουν να φωνάξουν, δεν ξέρουν τι: κάτι δυνατά, πολύ δυνατά: να βουίξει το πάρκο, να μαζευτεί κόσμος, κι αυτοί ν' αναληφθούν απλησίαστοι ασύλληπτοι, οι δυο τους μόνοι, μόνοι, μόνοι, ολόκληροι, αθάνατοι, ως τη μέγιστη στιγμή της έκρηξης, και πια δεν ξέρεις τι θα επακολουθήσει κι ούτε έχει σημασία, γιατί αυτή η στιγμή είναι όλος ο χρόνος, έξω απ' το χρόνο, και το μόνο που θέλουν είναι να φωνάξουν όλη τη συγκεντρωμένη σιωπή και ν' ακουστούν πέρα, παντού, ούουου, ούουου, ούουου, λόγια συναγμένα απ΄τους δρόμους, απ' τις ταβέρνες, απ' τα μπορντέλα. Τα πιο αισχρά, τα πιο άγια, ποτές δεν τ' αρθρώσανε, κι είναι πετρωμένα μέσα τους, βράχια, ε ωρέ ντουνιά, στην κορφή του καυλιού μου σε σηκώνω, χύνω βαθιά σου, νόημα σου δίνω, κόκκινο: μα κείνη ακριβώς τη στιγμή μια βαμμένη γυναίκα περνάει: σκεπάζει ο καθένας με την παλάμη του το δικό του το πέος: ντροπαλοσύνη: τους πέφτει: μαλακώνει: - ε, κοπελιά δεν έρχεσαι κατά δω; - δεν πηδιόσαστε μόνοι σας, θα βολευτείτε καλύτερα. Και φεύγει. Και ξαφνικά βραδιάζει. Το χρυσό λιόγερμα σβήστηκε. Μόνο το άγαλμα του Παιδιού με το Ψάρι, κρατάει λίγο ρόδινο. Ελάχιστο. Κι αυτοί ανάβουν τσιγάρο, καθένας με δικό του σπίρτο. Εξαφανίζονται. Που;...”