
Η θερινή πολιτιστική επέλαση, ανά την επικράτεια, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Ο Πολιτισμός όλος φούρια σκαρφαλώνει σε κάμπους, λόγγους, βουνά και ραχούλες, ακροβολίζεται σε νταμάρια και βράχους, κατηφορίζει σε ρεματιές, πλατσουρίζει σε όχθες ποταμών και πραγματοποιεί κοσμικές promenades σε Αρχαία Θέατρα για το στήσιμο καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, οι πλείστες των οποίων έχουν απλώς και μόνον για κίνητρο το «ζητούμενο». «Ζητούμενο» δε εστί αυτό που πάρα πολύ παραστατικά εκφράζει η τριβή του δείκτη με τον αντίχειρα.
Η επιχείρηση αυτής της πολιτιστικής επέλασης, υπό τη μορφή Φεστιβάλ παντός είδους και κατηγορίας και, φυσικά, με απούσα τη θεματική ενότητα,( κάτι που παρατηρείται ακόμη και στο πιο επίσημο Φεστιβάλ της χώρας), φέρει τον χαρακτηριστικό κωδικό «Κατάθεση Ψυχής». Ο κωδικός προέρχεται από το ομώνυμο μότο, που ακούγεται όλο και πιο έντονα τα τελευταία χρόνια, συνήθως, εκ στόματος αοιδών εντέχνων – και ποιοτικών ενίοτε καλουμένων – ασμάτων, και έχει να κάνει με την παραγωγή πληθώρας καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, αποκλειστικά κατά τη διάρκεια του θέρους και κατά κύριο λόγο, στην πολιτιστικά χειμαζόμενη ελληνική περιφέρεια. Το «ζήτημα», που λέγαμε!
Πέραν των μουσικών συναυλιών, για τις οποίες δεν έχω να πω κάτι αρνητικό, αφ’ ενός λόγω μη γνώσεως του αντικειμένου κι αφ’ ετέρου γιατί βρίσκω τις θέσεις των παραγωγών λίαν αντιρατσιστικές, με την μετάκληση και συμμετοχή σε αυτές, μεμονωμένων τραγουδιστών και μουσικών συγκροτημάτων, με θεμελιωμένα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, η προαναφερθείσα επιχείρηση κατακλύζεται και από θεατρικές παραστάσεις, λίαν αμφισβητήσιμες, αρκούντως εντυπωσιακές, αλλά δυστυχώς μιας χρήσεως και μακράν από το να παραμείνουν ως σημεία αναφοράς, έστω και στο εγγύς μέλον.
Εάν κάποιος δεν έχει το βίτσιο να ενημερώνεται εγκαίρως για τις θεατρικές παραστάσεις, που πρόκειται να φιλοξενηθούν στα Φεστιβάλ Αθηνών κι Επιδαύρου, ειδικά από τους δημοσιογράφους του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ απογευματινής εφημερίδας, που έχουν προσχωρήσει αναφανδόν στον αβανγκαρντισμό των "τρομερών παιδιών" της θεατρικής σκηνοθεσίας, υπάρχει ο κίνδυνος το πολιτισμικό σοκ, από την παράσταση, να του προκαλέσει μέχρι και ανήκεστο βλάβη. Είναι, σαν να πληροφορείς κάποιον αποκλειστικό καταναλωτή βιολογικών προϊόντων, την ώρα της κατάποσης της μπουκιάς του, ότι μόλις κατάπιε μεταλλαγμένο προϊόν.
Όλα αυτά που τράβηξαν οι ηρωίδες και οι ήρωες, του αρχαίου δράματος, από την κατάχρηση εξουσίας του Δία, την εκδικητικότητα της Ήρας, και την οργή των υπολοίπων θεών και θεαινών του Ολύμπου, δεν συγκρίνονται με όσα υφίστανται στις μέρες μας από τους σύγχρονους σκηνοθέτες, «εδώδιμους» και κυρίως «αποικιακούς».Και να έμενε το πράγμα μόνον εκεί, έχει καλώς, που λέει και ο λόγος.Μετά πήραν σειρά οι πρωταγωνιστές των σεξπηρικών και των άλλων κλασικών έργων της θεατρικής δραματουργίας. Φέτος η μπάλα πήρε και τις ηρωίδες του σύγχρονου θεάτρου. Για να μη μιλήσουμε για τη δραματοποίηση – πάντα σύμφωνα με τις αντιλήψεις των σκηνοθετών – λογοτεχνικών κειμένων. Με την ταχύτητα αυτής της «μεταποίησης», κι ελλείψει άλλων κειμένων, προβλέπω στο τέλος να καταφεύγουν στα γαστρονομικά συγγράμματα, των τηλε-chef.
Για να πούμε, βέβαια, και του στραβού το δίκιο, όχι ότι πετάει η ψυχούλα του Έλληνα ή ακόμη-ακόμη ότι κόβει φλέβες για τα δεινά των ηρωίδων και των ηρώων των μύθων που ενέπνευσαν τους Αρχαίους Τραγικούς Ποιητές μας.Εκείνο, τελικά, που μένει από αυτό το «τράνζιτ» πέρασμα των πλείστων εκ των θεατών από τις εν λόγω παραστάσεις είναι, η κατάληξη στα πέριξ του πολιτιστικού χώρου μεζεδοπωλεία, όπου ανάμεσα κοντοσουβλίου και αγγουρο-σκόρδιου με σως γιαουρτιού (τζατζίκι), γίνεται και κάποια ψιλο – ανάλυση για την παράσταση, διακοπτόμενη, συνήθως, και από μερικές ερυγές.
Πάντως, ξέχωρα από όλα τούτα, το ζήτημα είναι, «να είσαι εκεί», για να παραλάβεις τη ψυχούλα του καλλιτέχνη. Ασχέτως, αν μέχρι να τελειώσει η παράσταση, θα έχει βγει η δική σου η ψυχή ή θα τα έχεις πάρει στο κρανίο, αναλογιζόμενος ότι, έχεις πληρώσει ως φορολογούμενος, γι αυτή την πατάτα, τα υποθηκευμένα στο ΔΝΤ μαλλιά της κεφαλής σου. Σε αυτή την τελευταία περίπτωση, προκειμένου να αρχίσεις να εκσφενδονίζεις τα μαξιλαράκια στη ορχήστρα του Θεάτρου και να χαρακτηριστείς χουλιγκάνος από τους εστέτ δημοσιογράφους των καλλιτεχνικών ρεπορτάζ, κάνεις τα πικρά γλυκά, λες στον εαυτό σου : «από την ώρα που το πλήρωσες, αφρίζει-ξαφρίζει σκάσε και τρώγε και γλύψε, μάλιστα, και τα δάχτυλά σου» και καθάρισες.