Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

"Τα πάχη μου, τα κάλη μου, τα...αρχαϊκά"


Φαίνεται να λέει μειδιώντας με ικανοποίηση και με παντελή απουσία ενοχής για την αφρατάδατης και την εμφανώς ατημέλητη εμφάνιση της, η ανωτέρω εικονιζόμενη Κόρη του Μουσείου της Ακρόπολης.
Περισσότερα στοιχεία γι αυτήν την Κόρη, (η οποία είμαι σίγουρος ότι θα μονοπωλήσει το ενδιαφέρον των επισκεπτών, ακριβώς λόγω της ιδιαίτερης εμφάνισής της), μας δίνει η κ. Ν. ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ-ΡΑΣΣΙΑ στο άρθρο της που δημοσιεύθηκε στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ του Σαββάτου 18 Δεκεμβρίου 2010, το οποίον και αναδημοσιεύω στη συνέχεια της ανάρτησης μου.

Στρουμπουλή και άχαρη αλλά, επιτέλους, επώνυμη

Της Ν. ΚΟΝΤΡΑΡΟΥ-ΡΑΣΣΙΑ

Η μικρή περίεργη Κόρη του Μουσείου της Ακρόπολης, παράταιρη ανάμεσα στις άλλες, τις πλούσιες και αρχοντικές, βρήκε τη στήλη της, πάνω στην οποία αναγραφόταν και το όνομα του αναθέτη. Θα επιστρέψει στον α' όροφο του μουσείου από τα εργαστήρια συντήρησης, καμαρωτή και πάντα ιδιαίτερη

Φοράει τσουράπια, αντί για σανδάλια, κι έναν χοντροπλεγμένο χιτώνα Ανάμεσα στις αρχαϊκές Κόρες με την αρχοντική κορμοστασιά και τα πλούσια ενδύματα, στο Μουσείο της Ακρόπολης υπάρχει και μία που δεν φημίζεται για την ομορφιά της. Είναι κοντή, στρουμπουλή, φοράει τσουράπια αντί για κομψά σανδάλια, και ένα φουστάνι που ντραπάρει στην ευτραφή κοιλιά της.

Αυτή η «μικρή περίεργη Κόρη, που είναι γνωστή ως η Κόρη με τα κόκκινα παπούτσια, από τα μυτερά κλειστά παπούτσια της, τα οποία διατηρούν έντονο κόκκινο χρώμα, ή η Κόρη με το περιστέρι, από το πτηνό που κρατάει με το αριστερό της χέρι» και η οποία «αποδίδεται σε επαρχιώτη γλύπτη, ίσως Πελοποννήσιο», όπως αναφέρει η καθηγήτρια Αρχαιολογίας Ισμήνη Τριάντη στο μνημειώδες έργο της «Το Μουσείο της Ακρόπολης» (εκδ. Eurobank) δεν εκτίθεται εδώ και λίγες εβδομάδες στο χώρο του Μουσείου. Εχει αποσυρθεί στα εργαστήρια συντήρησης για να ενωθεί με τη στήλη πάνω στην οποία βρισκόταν κατά την αρχαϊκή εποχή, όταν προσφέρθηκε ως ανάθημα στη θεά Αθηνά.

Η στήλη φυλασσόταν μαζί με πολλά άλλα ενεπίγραφα μάρμαρα της Ακρόπολης στο Επιγραφικό Μουσείο. Στο πλαίσιο της αρτιότερης παρουσίασης των εκθεμάτων του, το Μουσείο της Ακρόπολης ζήτησε από το Επιγραφικό Μουσείο την επιστροφή των κομματιών αυτών. Ανάμεσά τους ήταν και η πεσσόσχημη αυτή στήλη, η οποία αποτελείται από δύο συγκολλημένα κομμάτια. Είναι κατασκευασμένη από πεντελικό μάρμαρο και χρονολογείται, σύμφωνα με τη διευθύντρια του Επιγραφικού Μουσείου κ. Λαγογιάννη, περί το 510-500 π.Χ. Προέρχεται από την Ακρόπολη, όπως αναφέρεται στο συνοδευτικό σημείωμα, έχει ταυτιστεί με την Κόρη και σώζεται αποσπασματικά σε ύψος 0,34 μ. και πλάτος 0,47 μ.

Το σημαντικό στη στήλη αυτή είναι η επιγραφή στο επίκρανό της, η οποία αναφέρεται στον αναθέτη του γλυπτού. Γράφει: «Λυσίας ανέθεκεν [Αθεναίαι] απαρχεν. Εύαρχις [ανέθεκεν] δεκάτεν Αθεναί[αι].

Για ελάχιστα από τα αρχαϊκά γλυπτά της Ακρόπολης σώζονται τα βάθρα στα οποία ήταν τοποθετημένα και όπου συνήθως αναγράφεται το όνομα του αναθέτη ή του γλύπτη που τα φιλοτέχνησε. Τα έργα αυτά θεωρούνται «επώνυμα», αφού έχουν πλέον ένα είδος ταυτότητας, όπως είναι η Κόρη του (γλύπτη) Αντήνορα, που την αφιέρωσε στο ιερό της Αθηνάς ο Νέαρχος, όπως αναγράφεται στο επίκρανο της βάσης της. Αλλης μιας Κόρης, της λεγομένης του Ευθυδίκου, σώζεται κυκλική βάση, που γράφει ότι αφιερώθηκε από τον Ευθύδικο, τον γιο του Θαλιάρχου. Επώνυμο έργο είναι επίσης «Ο Μοσχοφόρος» (570 π.Χ.), που στη βάση του γράφει «Ρόμβος ανέθεκεν ο Πάλο», και το «Παιδί» (480 π.Χ.) του Κριτία, που αποδίδεται στον γλύπτη χωρίς να έχει βρεθεί η βάση του.

Ολα τα υπόλοιπα αρχαϊκά γλυπτά της Ακρόπολης φέρουν ονόματα συμβατικά, που τους έδωσαν οι αρχαιολόγοι, όπως η «Πεπλοφόρος», επειδή φέρει στους ώμους της ένα κομψό κεντημένο πέπλο, ή η μικρόσωμη «Χιώτισσα», στολισμένη με περίτεχνα ρούχα και κοσμήματα, που έχει συνδεθεί με την τέχνη της Χίου. Εχουμε επίσης την «υψηλόκορμη», την Κόρη με την ιωνική ενδυμασία από τη Νάξο, την Κόρη με το κυδώνι κ.ο.κ.

Εχει σημασία λοιπόν ότι η «μικρή περίεργη Κόρη» αποκτά τώρα την ταυτότητα που στερούνται πολλές ωραιότερες από αυτήν, που φιγουράρουν καμαρωτές στον πρώτο όροφο του μουσείου. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ετοιμάζεται να επανεμφανισθεί στο κοινό πριν από τα Χριστούγεννα, διεκδικώντας λίγων λεπτών δημοσιότητα στα μέσα ενημέρωσης. Ετσι, ίσως πάψουμε να την αποκαλούμε απαξιωτικά «Πελοποννήσια» και να γίνει η Κόρη του Λυσία.

Αυτή η Κόρη ασφαλώς θα είχε κάποιο ζωντανό πρότυπο στην εποχή της. Αλλιώς, ποιος καλλιτέχνης θα διάλεγε να φτιάξει έναν τόσο ιδιαίτερο γλυπτό; Τη βλέπουμε να φοράει έναν χιτώνα με μακριά μανίκια, που μοιάζει με χοντροπλεγμένο πουλόβερ, και από κάτω ένα λεπτό ρούχο ζωσμένο στη μέση. Τα ενδύματά της δεν είναι σαν των άλλων κοριτσιών, λεπτοδουλεμένα, αραχνοΰφαντα, κεντημένα στα άκρα ή στολισμένα με κουμπάκια και φουντίτσες. Ολα αυτά συνηγορούν ώστε να μη θεωρείται έργο πρώτης γραμμής αλλά και λόγω της αδεξιότητας με την οποία σηκώνει μια άκρη του ρούχου της.

«Αδεξιότητα χαρακτηρίζει και όλο το άγαλμα, γεγονός που δείχνει ότι ο γλύπτης δεν είχε αφομοιώσει καλά τους κανόνες της αρχαϊκής γλυπτικής», γράφει και η κ. Τριάντη, η οποία, παραδόξως, δεν κλήθηκε να μελετήσει το έργο αν και αναγνωρίζεται ως κορυφαία στην αρχαιοελληνική γλυπτική.*


Δεν υπάρχουν σχόλια: